Δ.
αιμορραγώδης/αιμορροώδης (ο προξενών αιμορραγία, αυτός που αποτελεί σύμπτωμα αιμορραγίας), βηχώδης (ο προξενών βήχα, ο συνοδευόμενος από βήχα), δακνώδης (διαπεραστικός, αυτός που γίνεται αισθητός με ιδιαίτερη ένταση, ο αναφερόμενος σε οξύ πόνο ή ερεθισμό), δυσεντεριώδης (ο πάσχων από δυσεντερία, αυτός που αποτελεί σύμπτωμα δυσεντερίας), εμετώδης (ο προκαλών εμετό, ο συνοδευόμενος από τάση για εμετό), ικτερ(ι)ώδης (ο πάσχων από ίκτερο, ο προκαλούμενος από ίκτερο), καυσώδης (ο αναφερόμενος σε πολύ υψηλό πυρετό), μανιώδης (παράφρων, ο αναφερόμενος είτε σε ασθένειες που σχετίζονται με τρέλα είτε σε όργανα των οποίων η δυσλειτουργία προξενεί τρέλα), ροώδης (ο πάσχων από διάρροια, ο αναφερόμενος σε πυρετό που συνοδεύεται από διάρροια, ο αναφερόμενος σε πάθηση των οφθαλμών που συνοδεύεται από έκκριση υγρών), σπληνώδης (ο σχετιζόμενος με το σπλήνα, ο αναφερόμενος σε πάθηση του σπληνός), ταραχώδης (ο διατελών σε ταραχή, ο ευρισκόμενος σε πλήρη σύγχυση, ο αναφερόμενος σε εντερικές διαταραχές), φθινώδης (ο πάσχων από φθίση, ο φυματικός, ο αναφερόμενος σε κατάσταση φυματίωσης), φονώδης (θανάσιμος, θανατηφόρος, ο επιφέρων το θάνατο).
Ο αείμνηστος Λυπουρλής σημειώνει ότι στο ιατρικό λεξιλόγιο, στη γλώσσα των θεραπόντων της ιατρικής τέχνης, οι παραγωγικές καταλήξεις -τήριος, -ώδης και -(τ)ικός βρίσκονται σε ανταγωνιστική μεταξύ τους σχέση.
Και προσθέτει, προβάλλοντας ως σχετικό παράδειγμα τους όρους εμετήριος, εμετώδης και εμετικός, ότι είναι πολύ πιθανό οι συγκεκριμένες παραγωγικές καταλήξεις να καλλιεργήθηκαν σε ξεχωριστές –ίσως και με ανταγωνιστικό χαρακτήρα– ιατρικές σχολές, όπως της μικρασιατικής Κνίδου και της Κω.Ειδικότερα όσον αφορά τα σχηματισμένα με την παραγωγική κατάληξη -(τ)ικός επίθετα, ο Λυπουρλής επισημαίνει ότι η χρησιμοποίησή τους ως ουσιαστικών (η αποκαλούμενη στη γλωσσολογία ουσιαστικοποίηση επιθέτου) εμπλούτισε το ιατρικό λεξιλόγιο των αρχαίων Ελλήνων με πραγματικά πολύτιμους όρους.
Στο ουδέτερο γένος, παραδείγματος χάριν, τα εν λόγω ουσιαστικοποιημένα επίθ...
Πηγή/Περισσότερα: in.gr



















